Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

Ανάσταση


«Δεν έχει τίποτα η κυρία μπαμπά, μην κλαις. Θα γίνει καλά..»

Αρχικά σκέφτηκε μήπως έπρεπε να φύγει. Μετά το πήρε απόφαση ότι έτσι είναι το σωστό. Και έφυγε. Είπε πως δεν θα ξαναγυρίσει στα μέρη εκείνα και έτσι έκανε. Γνώρισα πρώτη φορά την Ζοέλ όταν έφτασα με τους δικούς μου στη χώρα. Με το που πάτησα το πόδι μου στο έδαφος, εμφανίστηκε μπροστά μου σαν άγγελος. Νομίζω μου χάιδεψε το κεφάλι, πάνε χρόνια.

Η Ζοέλ δεν είχε πολλές επαφές με περαστικούς. Θυμάμαι όταν τίναζε τα μαλλιά της πίσω και εκείνοι την κοιτούσαν με τις ώρες, προσηλωμένοι. Αυτή ήταν η μόνη συνομιλία που είχε μαζί τους. Συνήθως τελείωνε τις δουλειές που τις ανέθεταν οι γονείς της στην αγορά και μετά πήγαινε σπίτι. Καμιά φορά έκανε και το αντίστροφο. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία.

Το σίγουρο ήταν ότι θα ξάπλωνε μισή ώρα το μεσημέρι. Υπήρχε ένας μυστήριος δρόμος που σε οδηγούσε σπίτι της. Στενά, σπηλιές, περάσματα. Μπορεί να ήταν και η μόνη που ήξερε να σε πάει ως εκεί. Από την πρώτη φορά που με πήγε σπίτι της μου έδωσε να καταλάβω ότι δεν ήθελε να είναι εύκολο το μονοπάτι για τους "έξω". Ίσως μας έκανε και κύκλους. Ποτέ δεν κατάλαβα.

Είχε πολλά ταλέντα η Ζοέλ. Γνώριζε καλά πως να κοροϊδεύει τους άλλους στα παζάρια. Μαζί της πήγαινα πάντα στην αγορά. Ήξερε τα "σίγουρα" στις σκυλομαχίες και αυτό μας έφερνε πολλά κέρδη. Καταλάβαινε πάντοτε αν το παιχνίδι ήταν στημένο και ήξερε που θα πέσουν τα φράγκα. Το σημαντικότερο όλων όμως είναι ότι μυριζόταν από πριν πότε η ατμόσφαιρα θα μυρίσει μπαρούτι. Και αυτό την έσωσε.

Το μόνο που δεν ήξερε ήταν με ποιόν ξάπλωνε τα μεσημέρια. Η Ζοέλ ήταν περισσότερο μόνη από οποιονδήποτε άλλο στην περιοχή. Κανένας δεν ήθελε να έχει πολλά παρεδώσε με μια πόρνη. Και ως ένα σημείο μπορώ να πω ότι τους καταλάβαινα. Εγώ όμως ήθελα. Εκεί χανόμουν τα απογεύματα, όταν έφευγα από το σπίτι και έλεγα ότι πηγαίνω να παίξω με τα παιδιά.

Ο κόσμος δεν της το συγχώρεσε ποτέ. Έβαζε στο σπίτι της ένα ανήλικο. Έπρεπε να φύγει από τη χώρα άμεσα αλλιώς θα είχε άσχημη κατάληξη. «Όσα είπαμε, είναι μόνο για μας», μου είπε τελευταία φορά που την είδα. Η Ζοέλ ήταν η μόνη φίλη μου εκεί, στην Ανατολή. Τέσσερις μέρες μετά φύγαμε και εμείς από τη γειτονιά και χαθήκαμε στον ορίζοντα. Αυτό προσδοκούσαν τουλάχιστον.. [..]

[..] Την Ζοέλ την ξαναείδα γιατί εκείνη το ήθελε. Ήμουν στο πάρκο με τον μικρό, όπως του είχα υποσχεθεί. Ήρθε μόνη της και με βρήκε. Ίσως ήταν η μόνη φορά που την κοίταξα στα μάτια ερωτικά. Με πλησίασε και μου χάιδεψε το κεφάλι. Τόσο αθώα όπως πάντα. Ήταν σε άθλια κατάσταση. Το πρόσωπό της ήταν το μόνο που έμεινε ανέπαφο από τις κακουχίες. Κατέρρευσε μπροστά μου. Δεν πρόλαβε να πει ούτε κουβέντα.

Το ασθενοφόρο δεν θυμάμαι πόση ώρα έκανε να φτάσει. Σίγουρα όμως ήταν αρκετή για να αφήσει την Ζοέλ μου αβοήθητη στο γρασίδι του πάρκου. Εκεί που έβγαζα τον γιο μου κάθε Σάββατο βόλτα. Γονάτισα δίπλα της και της ζήτησα συγγνώμη. Συγγνώμη που εξαιτίας μου έφυγε διωγμένη από τον τόπο της. Συγγνώμη που δεν έψαξα ποτέ να την ξαναβρώ. Συγγνώμη που δεν πρόλαβα.

* Lifeboat

9 σχόλια:

TeddyBoy είπε...

Με σαγήνεψε η άτιμη!
Την φαντάζομαι μελαχροινή με λευκό δέρμα. Κάπως σαν τη Μαρία τη Μαγδαληνή!

απατεωνες είπε...

Χρόνια Πολλά

Ανώνυμος είπε...

thx for lovage

Γιώργος Χρηστινίδης είπε...

Ωραία φωτογραφία. Ωραία ιστορία. Ωραίες σκέψεις έκανα διαβάζοντάς την.

wert01gf είπε...

@Teddyboy, κάπως έτσι ήταν η Ζοέλ. Ίσως όχι λίγο πιο ..μελαμψή!

@Απατεώνες, να είστε καλά.

wert01gf είπε...

@Ανώνυμος, np my friendQ)

@Γιώργος Χρηστινίδης, σας χάσαμε κύριε καθηγητά! Σας ευχαριστώ.

fotini είπε...

οταν καποιοι ανθρωποι επιλέγουν να αφήσουν το χναρι τους στην ψυχη μας κ μεις ανύμποροι να το αγγιξουμε δεν μένει παρά να τους κλείσουμε στην καρδια μας, αγγελους, αερινους συνοδοιπορους του δικου μας κοσμου...

thanos είπε...

σωστή η fotini
πολύ όμορφο κείμενο
αληθινή η ιστορία;

qqqjack είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
Το blog τελείωσε. Προσοχή! Μην κάνεις εδώ κλικ.